της Φένιας Ζάννη

Δε θα προσπαθήσω να κάνω κριτική παράστασης θεάτρου, δε θα μπορούσα άλλωστε. Μου λείπει η πλήρης γνώση, ή τελοσπάντων η – όσο πλήρης μπορεί να είναι – γνώση του αντικειμένου. Με την προσωπική μου άποψη και ανακαλώντας τους λόγους για τους οποίους με εντυπωσίασε, θα την περιγράψω όσο πιο γλαφυρά μπορώ.

Δευτέρα βράδυ και η παράσταση «Η Στέλλα με τα Κόκκινα Γάντια» ανεβάζει αυλαία. Άκυρο, αυλαία δεν υπήρχε. Αντίθετα, τα πράγματα ήταν πολύ πιο χαλαρά. Μπαίνοντας στην αίθουσα, οι ηθοποιοί βρίσκονταν ήδη στη σκηνή. Κι όμως, δεν είχα αργήσει να μπω, απλώς οι ηθοποιοί λάτρευαν αυτό που έκαναν και δε δίσταζαν να το μοιραστούν με το κοινό εξαρχής. Αποφάσισαν λοιπόν να μπουν στο «κλίμα της σκηνής» πριν ακόμη ξεκινήσει η παράσταση, εισάγοντας ταυτόχρονα και τους θεατές, με έναν πρωτότυπο τρόπο. Πιάνο, γνώριμες νότες και στίχοι κατέκλυσαν την αίθουσα, με όλους τους ηθοποιούς να χορεύουν και να τραγουδούν σε φιλική ατμόσφαιρα. Το αποτέλεσμα; Δημιούργησαν, εξαρχής, ένα τόσο ζεστό κλίμα, που το κοινό ανυπομονούσε για το τι θα επακολουθήσει.

Ωραίες ερμηνείες, όμορφα πρόσωπα και καλοί ηθοποιοί. Ορισμένες από τις ερμηνείες αρχικά δε φαίνονται τόσο «βαριές». Γενικά, εκ πρώτης όψεως, η πλοκή δε δείχνει τόσο «βαριά». Το δεύτερο μέρος της παράστασης είναι εκείνο που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό. Σπαραγμός, μελαγχολία, ζήλια και μάχη για την ισότητα. Τη γενική ισότητα. Εκείνη μεταξύ της μιας υποτιθέμενης κόρης με την άλλη, εκείνη μεταξύ του γυναικείου και του αντρικού φύλου, εκείνη μεταξύ των υπαλλήλων μιας ταβέρνας. Συναισθήματα που γεννιούνται απρόσμενα, χωρίς να έχει προοικονομηθεί τίποτα.

Χρονικά, το έργο τοποθετείται σε μια Ελλάδα λίγο μετά τον εμφύλιο και τοπικά στην ταβέρνα της Μαρίας λίγο πριν το κλείσιμο. Δύσκολη περίοδος, από όλες τις απόψεις. Η κεντρική πρωταγωνίστρια είναι μια γυναίκα που μονοπωλεί τα ανδρικά βλέμματα. Δεν πρόκειται για την κλασική μοιραία γυναίκα, πρόκειται αντιθέτως, για μια γυναίκα ελεύθερη που δεν χειραγωγείται από τους άνδρες. Η Στέλλα είναι τραγουδίστρια στην ταβέρνα και είναι το «δυνατό χαρτί» της επιχείρησης. Τρεις άνδρες, τρεις εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες περνούν από τη σύντομη ιστορία που διαδραματίζεται στο έργο. Μία αυτοκτονία, ένας παρ’ ολίγο γάμος, πολλά συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα και μια δολοφονία, άψογα σκηνοθετημένη.

Το απρόσμενο και το πρωτόγνωρο. Αυτό είναι που προκαλεί τη μεγαλύτερη εντύπωση. Η αλήθεια είναι πως η «Στέλλα με τα Κόκκινα Γάντια» δε με είχε προϊδεάσει για κάτι τόσο δυνατό. Λάθος. Και γενικά λάθος το να πηγαίνεις προκατειλημμένος σε μια παράσταση. Το δυνατότερο σημείο της παράστασης: το φινάλε. Κάτι παραπάνω από συγκλονιστικό, με δόσεις ρεαλισμού και ευφυείς σκηνοθεσία, σκηνογραφία και φωτισμούς, έδωσε στην παράσταση μια τελική πινελιά. Εκείνη της τελειότητας και της θλίψης παράλληλα. Τα Κόκκινα Γάντια αιτιολογούν την ύπαρξη και πόσο μάλλον τη σημασία τους. Ποια είναι αυτή; Το αίμα φυσικά…

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.