Όλα έγιναν τυχαία…

Ένα ακόμη βραδάκι Κυριακής αποφασίζω να κατευθυνθώ στο ΡΟΜΑΝΤΣΟ για να βγάλω λίγη δουλειά της τελευταίας στιγμής. Με (βαριά το ομολογώ) καρδιά, διασχίζω τη φωτισμένη και πολύβουη Αθήνα σκεπτόμενη όλους αυτούς που είχαν βγει βόλτα, κατευθύνομαι προς μια πιο σκοτεινή και λιγότερο πολύβουη γωνιά της πόλης και παρκάρω το αυτοκίνητο έξω από την πόρτα του βιομηχανικού κτιρίου που κοντεύει να γίνει δεύτερο σπίτι μου. Και τότε κάτι αλλάζει…

Ενώ κουβαλάω τσάντες, χαρτιά, laptop και κλειδιά ανά χείρας, πλησιάζω το ασανσέρ. Εκεί μια ‘γραφειο-γειτόνισσα’ περιμένει να μου ανοίξει την πόρτα. Μπαίνω, πατάω το κουμπί του 2ου ορόφου και ετοιμάζομαι να πατήσω το κουμπί και για εκείνη. «Στον 5ο πηγαίνω» μου λέει. Την κοιτάω με απορία. «Στον 5ο είναι η ταράτσα» σκέφτομαι, «τι πάει να κάνει εκεί μες στη νύχτα;». Σαν να διάβασε τη σκέψη μου, προσθέτει: «έχει την τελευταία προβολή του ELLIS, γιατί δεν ανεβαίνεις να τη δεις; Ένα τέταρτο είναι μόνο…».

«ΟΚ» σκέφτομαι, «ένα τέταρτο είναι μόνο, κάτι μου θυμίζει αυτό, ας πάω να ρίξω μια ματιά». Ανεβαίνω λοιπόν κι εγώ στον 4ο, σε μια ταράτσα γυμνή από οτιδήποτε θα μπορούσε να σου κλέψει τη ματιά. Γυμνή ακόμη κι από τα αναμενόμενα καθίσματα, με μια ασπρόμαυρη σκηνή μόνο να προβάλλεται στον τοίχο και δυο-τρία ζευγάρια μάτια να με κοιτάνε ήπια.

Παρατάω τα πράγματα στο πάτωμα και κάθομαι σε ένα γυμνό τσιμεντένιο πεζούλι. Ξαφνικά μια ριπή κρύου αέρα μου θυμίζει ότι έχω ανέβει χωρίς πανωφόρι και με προκαλεί να κατέβω να το πάρω. Και πάνω που πάω να σηκωθώ, μια γλυκιά μουσική πιάνου ακούγεται και η οθόνη αρχίζει να παίζει μια ασπρόμαυρη σκηνή… Η περιέργειά μου νικά το κρύο και με κρατάει ακίνητη.

Και κάπως έτσι αρχίζω να εισάγομαι στον κόσμο του ELLIS, με την ασπρόμαυρη εικόνα να περιηγείται στο κτίριο που τόσοι επισκέφθηκαν πριν την πολυπόθητη κατάληξή τους στη γη της Επαγγελίας, στη χώρα που κάθε όνειρο γίνεται πραγματικότητα και στην πόλη που κρύβει κάτω από τους μεταλλικούς ουρανοξύστες τις άσβεστες ελπίδες, εσώψυχες επιθυμίες και μεγαλεπήβολες προσδοκίες. Η μπάσα και υποβλητική φωνή του αγαπημένου Robert De Niro σπάει τη γλύκα της μουσικής και αρχίζει να μιλάει μέσα μου. Διηγείται την ιστορία ενός, που έγινε μία, που έγινε πολλοί για τη στιγμή που το όνειρο έγινε πραγματικότητα και κατέληξε πάλι στην αρχή της απελπισίας. Μιλάει χωρίς ένταση, χωρίς απογοήτευση, χωρίς εξάρσεις για την εμπειρία τόσων και τόσων που έφτασαν σε ένα νησί, προκειμένου να πάρουν την άδεια να «φτάσουν» σε ένα μεγαλύτερο και λαμπερότερο νησί, τη Νέα Υόρκη, και τελικά να κερδίσουν την ευκαιρία για μια καλύτερη ζωή. Όμως όταν η ταινία δεν παράγεται για να κλέψει τις εμπορικές προτιμήσεις, δεν εγγυάται και το happy end… Οπότε δεν καταφέρνω να παρακολουθήσω το όνειρο να γίνεται πραγματικότητα. Παρακολουθώ την πραγματικότητα να γίνεται ανάμνηση και ξαφνικά αυτή η ανάμνηση φέρνει στα μάτια μου όλα τα γεγονότα της σύγχρονης καθημερινότητας που -η αλήθεια είναι ότι- τόσο καιρό καταφέρνω να προσπεράσω.

Μέσα σε ένα τέταρτο, πάνω σε μια γυμνή ταράτσα ενός βιομηχανικού κτιρίου, σε μια γειτονία της Αθήνας κατοικημένη από ανθρώπους με παρόμοιες δυσκολίες και αντίστοιχες επιθυμίες με αυτές των μεταναστών που κάποτε έφθαναν στο Ellis Island, συνειδητοποιώ τον πόνο που φέρνει η ελπίδα, την αποφασιστικότητα που φέρνει η απόγνωση, τη δύναμη που κρύβει η ανάγκη. Βλέπω με την ασπρόμαυρη οπτική όσων η ζωή δεν κυλάει βάσει μιας συνηθισμένης καθημερινότητας με δουλειά, σπίτι, υποχρεώσεις, φιλοδοξίες, οικογένεια, φίλους, βόλτες, γιορτές, αλλά βάσει μιας -όχι και τόσο- μακρινής αγωνίας με πολέμους, πείνα, απειλές, απογοητεύσεις, αρρώστια και κίνδυνο.

Ο κρύος άνεμος και η ασπρόμαυρη εικόνα των βυθισμένων στο σκοτάδι κτιρίων γύρω μου λειτουργούν σαν ένα μαγικό σκηνικό και με μεταφέρουν μέσα στην ταινία. Με φέρνουν στη θέση αυτών που κινούνται σε ένα άγνωστο περιβάλλον που όλα γύρω τους μοιάζουν αφιλόξενα…

Και κάπου εκεί η ταινία τελειώνει. Μένω μαγεμένη, συγκινημένη και συγκλονισμένη από όσα παρακολούθησα. Όχι με τα μάτια μου, αλλά με το μυαλό και την καρδιά μου. Μένω ακίνητη σε έναν κόσμο που μοιάζει με το δικό μου, αλλά ξαφνικά έχει πλημμυρίσει με τόσα πρόσωπα, με τόσες εικόνες και ιστορίες, με τόσα δραματικά γεγονότα και ιστορίες συμπαράστασης. Έτσι, μετά από μόλις ένα τέταρτο, ο κόσμος μου γίνεται μεγαλύτερος και η ψυχή μου γέμιζει με όσα τόσο καιρό αρνιόταν να αφομοιώσει χάρη στο ένστικτο επιβίωσης που απομακρύνει τον άνθρωπο από την ασχήμια.

Κατεβαίνω στο γραφείο μουδιασμένη, χωρίς να ξέρω πώς να αντιμετωπίσω τον καινούριο, μεγαλύτερο και σκληρότερο κόσμο που μόλις ανακάλυψα. Ανοίγω το παράθυρο, κοιτάζω γύρω και ξαφνικά ακούω ξανά το γλυκό απόηχο του πιάνου. Η ταινία προβάλλεται ξανά τρεις ορόφους πιο πάνω, αλλά η μουσική μοιάζει να ξεχύνεται ασυγκράτητη παντού. Γύρω μου, αλλά κυρίως, μέσα μου…

Η αλήθεια είναι ότι η ιστορία μου τελειώνει απλά, χωρίς εξάρσεις και χωρίς εντάσεις -σα μια παράθεση ιστορικών γεγονότων. Κατάφερε όμως να φωλιάσει αβίαστα μέσα μου και να με αλλάξει δραστικά (όπως κάθε καλή ιστορία).

Η ιστορία του ELLIS είναι η ιστορία πολλών. Όσων κρύβονται σε αμπάρια και πνίγονται μερικά μίλια έξω από τη γη της Επαγγελίας, όσων τρέχουν να αποφύγουν βόμβες και σφαίρες, όσων ζούνε σε σκηνές και κοιμίζουν τα παιδιά τους πεινασμένα και φοβισμένα. Ίσως είναι η ιστορία και κάποιων προγόνων μας, ίσως είναι η ιστορία και κάποιων γύρω μας. Σίγουρα όμως είναι η ιστορία που μπορεί να μας αφυπνίσει, ώστε η άσχημη ανάμνηση να γίνει στο μέλλον μια καλύτερη πραγματικότητα – που μόνοι μας και όλοι μαζί θα έχουμε δημιουργήσει.

Γιατί η τέχνη μιμείται τη ζωή και καμιά φορά η ζωή εμπνέεται από την τέχνη…

 

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την ιστορία του ELLIS, μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα www.ellis-themovie.com

Leave a Reply

Your email address will not be published.